Η κρίση των Ιμίων, το 1996, αποτέλεσε το σημαντικότερο επεισόδιο και σημείο καμπής στην αντιπαράθεση Ελλάδος-Τουρκίας από το 1974. Η Τουρκία αμφισβήτησε, ρητά και εμπράκτως, την κυριαρχία ελληνικού εδάφους, ανοίγοντας τον δρόμο για τη θεωρία περί «γκρίζων ζωνών» στον χώρο του Αιγαίου. Η στρατηγική αποτροπής της Ελλάδος κατέρρευσε. Τριάντα χρόνια μετά, με την απόσταση του χρόνου αλλά και τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, είναι δυνατόν να εντοπισθούν τα σφάλματα και οι παραλείψεις, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα και διδάγματα, και να αναζητηθεί κατά πόσον έχουν ενσωματωθεί στη σημερινή ελληνική στρατηγική.
Ολέθριο στρατηγικό σφάλμα
Η προσάραξη του εμπορικού πλοίου στα Ίμια, τα Χριστούγεννα του 1995, ήταν ένα «μεθοριακό» επεισόδιο, το οποίο αντιμετωπίσθηκε επιτυχώς, καθώς η αποκόλληση έγινε με ελληνικό ρυμουλκό. Η αμφισβήτηση της εδαφικής κυριαρχίας επί των νήσων, η οποία ακολούθησε από την Τουρκία, είχε τηρηθεί σε χαμηλό επίπεδο και αντιμετωπιζόταν διπλωματικά. Η επικοινωνιακή κλιμάκωση και η τοποθέτηση σημαιών από ιδιώτες άρχισε από την ελληνική πλευρά για να ακολουθήσει η τουρκική.
Στην Αθήνα, η κυβέρνηση ήταν σε μεταβατικό στάδιο, καθώς δεν είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, ενώ δεν κινήθηκε θεσμικά, με τη σύγκληση του αρμόδιου οργάνου, του ΚΥΣΕΑ (Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας), για τη διαχείριση της καταστάσεως. Η όποια εκτίμηση και ανάλυση, από την ομάδα γύρω από τον πρωθυπουργό, δεν οδήγησε στον προσδιορισμό στρατηγικών επιλογών για την αντιμετώπισή της [πολιτικο-διπλωματικά, διεθνοποίηση (ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, διμερώς κ.λπ.), στρατιωτικά, αστυνομικά, συνδυασμός], ούτε και στην προτεραιοποίησή τους με σαφήνεια. Αναλήφθηκε η πρωτοβουλία στρατιωτικοποιήσεως της αντιπαραθέσεως με ασυντόνιστες ενέργειες. Από τη στρατιωτική ηγεσία δεν κατέστη σαφές ότι αυτό ανοίγει τον δρόμο σε ένα φάσμα επιλογών, από την παρουσία χωρίς το παραμικρό επεισόδιο μέχρι τον πόλεμο. Δηλαδή η απόφαση κινήθηκε στη λογική του πλέον ευνοϊκού και όχι του πλέον επικίνδυνου σεναρίου. Όταν άρχισε η τουρκική αντίδραση, η οποία ήταν οξεία, η κυβέρνηση επιδίωξε την αντιμετώπιση της καταστάσεως διπλωματικά, με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ. Αρχικά δήλωσε ότι θα απαντήσει δυναμικά σε κάθε τουρκική πρόκληση, μεταφέροντας όμως αργότερα στην αμερικανική πλευρά, δηλαδή και στην Τουρκία, ότι δεν επιδιώκει τη στρατιωτική σύγκρουση. Αυτό αποτέλεσε ολέθριο στρατηγικό σφάλμα, καθώς σε μια αντιπαράθεση ουδέποτε εγκαταλείπονται επιλογές. Αποτέλεσμα ήταν η απονεύρωση της αποτροπής. Έτσι, όταν οι Τούρκοι, κινούμενοι επιθετικά, κατέλαβαν τη Δυτική Ίμια, η κυβέρνηση έμεινε χωρίς στρατηγικές επιλογές.

«Δεν υπήρχε ενότητα διοικήσεως»
Η προστασία των νησίδων Ίμια αποδείχθηκε αναποτελεσματική. Η
στρατιωτική ηγεσία δεν κινήθηκε με ένα συνεκτικό επιχειρησιακό και
τακτικό σχέδιο, αλλά με αποσπασματικές διαταγές από πολλαπλούς αποδέκτες
και ενέργειες, οι οποίες διαφοροποιούνταν ακόμη και από πολιτικές
παρεμβάσεις. Δεν υπήρχε ενότητα διοικήσεως, δεν είχε καθορισθεί τοπικός
διακλαδικός και χερσαίος διοικητής και, φυσικά, δεν εκπονήθηκαν
αντίστοιχα σχέδια με σαφείς αποστολές και αντικειμενικούς σκοπούς. Δεν
τηρήθηκαν στοιχειώδεις κανόνες της παράκτιας αμύνης, οι οποίοι είχαν
καταγραφεί σε σχετικούς κανονισμούς, σχεδόν είκοσι χρόνια πριν από το
συμβάν, όπως, για παράδειγμα, πέραν της κυρίας δυνάμεως αμύνης,
απαιτείτο δύναμη ασφαλείας, και το κυριότερο, εφεδρείες ικανές να
εκτοξεύσουν άμεση (εντός 30 λεπτών από την κατάληψη εδάφους) όσο και
κύρια αντεπίθεση (σε ευθετότερο χρόνο). Σημειωτέον ότι για την έκταση
αυτής της επιχειρήσεως υπήρχαν όλα τα μέσα και οι δυνατότητες σε πλήρη
επάρκεια.
Το κυριότερο, όμως, ήταν η αναποτελεσματική οργάνωση και λειτουργία
συστήματος πληροφοριών στην περιοχή επιχειρήσεων. Επακόλουθο ήταν η
πολιτική και στρατιωτική ηγεσία να ενημερωθεί από τουρκικές και τρίτες
πηγές για την κατάληψη της Δυτικής Ίμια, και να το επιβεβαιώσει ώρες
αργότερα με δραματικό τρόπο, με την πτώση του ελικοπτέρου, που ανέλαβε
αυτό το έργο και οδήγησε στον θάνατο το ηρωικό πλήρωμά του, τους
Υποπλοιάρχους Χριστόδουλο Καραθανάση και Παναγιώτη Βλαχάκο και τον
Αρχικελευστή Έκτορα Γιαλοψό. Ακόμη και όταν έγινε εισήγηση για περαιτέρω
κλιμάκωση (ναυτικός και αεροπορικός βομβαρδισμός), η πολιτική ηγεσία
φαίνεται ότι δεν είχε ενημερωθεί για αυτό το ενδεχόμενο, αλλά για τις
διαδικασίες (κανόνες εμπλοκής κ.λπ.), ούτε ο Στρατός ήταν
προετοιμασμένος, καθώς έγινε τοπική επιστράτευση της εφεδρείας, χωρίς να
τηρηθούν οι προβλεπόμενες εκ του νόμου διαδικασίες (εισήγηση ΚΥΣΕΑ –
Προεδρικό Διάταγμα).
Η κατάληψη της Δυτικής Ίμια, δηλαδή μιας περιορισμένης εκτάσεως επιχείρηση, αιφνιδίασε τους πάντες, καθώς υπήρχε προετοιμασία και σχεδίαση για την αντιμετώπιση ευρείας κλίμακας αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Εύλογα τίθεται το ερώτημα αν έπρεπε αυτό να συμβεί. Η απάντηση είναι αρνητική. Η Τουρκία είχε χρησιμοποιήσει αυτού του τύπου τις επιχειρήσεις περιορισμένου πολέμου ευρέως στην Κύπρο, όπως τον Δεκέμβριο 1963, στα Κόκκινα (Μάχη της Τηλλυρίας, 1964) και στην Κοφίνου (1967), προωθώντας κατά περίπτωση τις στρατηγικές της επιδιώξεις, από τις οποίες έπρεπε να είχαμε διδαχθεί. Δυστυχώς δεν έχουμε μελετήσει επαρκώς την Τουρκία.
Ο πυρήνας
Η διαχείριση της κρίσεως σε πολιτικοστρατηγικό επίπεδο, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ανεπαρκής. Έχει υποστηριχθεί ότι ένας λόγος για αυτό ήταν ότι δεν συνήλθε το ΚΥΣΕΑ στον χώρο του Εθνικού Κέντρου Επιχειρήσεων του ΓΕΕΘΑ, ώστε να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, να ενημερώνεται άμεσα και να δίνει σχετικές κατευθύνσεις. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο συγκεκριμένος χώρος δεν είχε ούτε τις επικοινωνιακές ούτε τις χωροταξικές υποδομές για τη λειτουργία ενός τέτοιου οργάνου. Επίσης, η παρουσία του ΚΥΣΕΑ στον συγκεκριμένο χώρο αυτό θα εξέπεμπε το μήνυμα ότι η Ελλάδα είναι εστιασμένη αποκλειστικά στη στρατιωτική λύση. Διεθνώς, οι πολιτικές ηγεσίες, που διαχειρίζονται κρίσεις και πολέμους, δεν το κάνουν από στρατιωτικά κέντρα επιχειρήσεων, αλλά από κυβερνητικούς χώρους με ουδέτερο όνομα, κατάλληλα προετοιμασμένους ώστε να αναπτυχθεί όλο το επιτελείο που τους υποστηρίζει – π.χ. στο ΝΑΤΟ στο Situation Center, στον Λευκό Οίκο στο Situation Room. Σε αυτούς τους χώρους, οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι υποχρεωμένες να μεταφέρουν τη στρατιωτική εικόνα και να καταθέτουν εισηγήσεις. Δυστυχώς προς αυτήν την κατεύθυνση δεν έχει γίνει σχεδόν καμία πρόοδος. Το ΚΥΣΕΑ, που έχει συγκροτηθεί, δεν υποστηρίζεται από ανάλογο επιτελείο για τον ρόλο του, ούτε έχει καθορισθεί η επιτελική συμμετοχή από τα άλλα υπουργεία.
Στον χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων έχουν γίνει μεγάλες πρόοδοι με τη διακλαδικότητα, την καθετοποίηση της διοικήσεως, τη συγκρότηση καταλλήλων δυνάμεων, ικανών να αντιμετωπίσουν παρόμοιες καταστάσεις. Όμως υπάρχει ένα μείζον ζήτημα για τον ρόλο του Α/ΓΕΕΘΑ, ο οποίος έχει καθορισθεί ως ο αποκλειστικός σύμβουλος της κυβερνήσεως και του υπουργού Εθνικής Αμύνης και για την ενάσκηση αυτών των καθηκόντων, καθώς είναι ταυτόχρονα και επιχειρησιακός διοικητής. Διεθνώς, οι Α/ΓΕΕΘΑ είναι δίπλα στην κυβέρνηση, και οι επιχειρήσεις διεξάγονται από άλλον ανώτατο αξιωματικό με το κατάλληλο Στρατηγείο. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, ο Α/ΓΕΕΘΑ είναι στο Situation Room δίπλα στον Πρόεδρο, και είναι χαρακτηριστικές οι φωτογραφίες από την επιχείρηση της εξουδετερώσεως του Μπιν Λάντεν, αλλά και την πρόσφατη σύλληψη του Μαδούρο. Δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν έχει διαχωρισθεί το στρατηγικό από το επιχειρησιακό επίπεδο. Είναι απαραίτητο, με το ΓΕΕΘΑ να αντιπροσωπεύει το στρατηγικό επίπεδο, να συγκροτηθεί Διακλαδικό Επιχειρησιακό Στρατηγείο, το οποίο θα είναι υπεύθυνο για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Επομένως, το πολιτικοστρατηγικό επίπεδο λήψεως αποφάσεως, το οποίο ήταν κυρίως υπεύθυνο για την αποτυχία στα Ίμια, πρέπει να επαναπροσεγγισθεί λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, άλλως υπάρχει εγγενώς ο κίνδυνος της αποτυχίας. Επίσης, πρέπει να προετοιμασθεί κατάλληλος χώρος για τη λειτουργία του ΚΥΣΕΑ και των οργάνων της διαχειρίσεως της καταστάσεως, με δυνατότητες καταγραφής όλων των ενεργειών αλλά και των αποφάσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τα σύγχρονα μέσα (drones, πύραυλοι κ.λπ.), ο χώρος αυτός αλλά και το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων πρέπει να βρίσκονται σε ισχυρά υπόγεια οχυρά.
Ο πυρήνας της ελληνικής αποτυχίας στα Ίμια βρίσκεται στη στρατηγική που ακολουθήθηκε. Η γενική στρατηγική της αποτροπής δεν είναι επαρκής, η αντιμετώπιση κάθε εντάσεως ή κρίσεως απαιτεί συγκεκριμένη και εγκεκριμένη από το ΚΥΣΕΑ στρατηγική. Στη διαχείριση της κρίσεως τις αποφάσεις τις λαμβάνει ένας, ο οποίος πρέπει να κινείται στο πλαίσιο που αποφασίσθηκε, και αυτός είναι ο πρωθυπουργός, που πρέπει να τροφοδοτείται με αξιόπιστες πληροφορίες και να έχει στιβαρή επιτελική υποστήριξη. Επίσης πρέπει να έχουμε πάντοτε κατά νου ότι ακόμη και η τακτική επιτυχία δεν μπορεί να υποστηρίξει μια κακή στρατηγική. Κλείνοντας, όλοι οφείλουμε να αναστοχασθούμε τα σφάλματα και τις παραλείψεις, και να προβούμε στις κατάλληλες διορθωτικές ενέργειες, καθώς το οφείλουμε στους ηρωικώς πεσόντες, οι οποίοι μας στέλνουν το μήνυμα «ήμασταν παρόντες» εκεί που απαίτησε η Πατρίδα.
*Κωνσταντίνος Γκίνης, Στρατηγός ε.α., Επίτιμος Αρχηγός ΓΕΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.